ἀνδράποδον

ἀνδράποδον
Grammatical information: n.
Meaning: `prisoner of war sold as slave, slave' (Il.; on the spread of the word Kretschmer Glotta 18, 76).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: The plural ἀνδράποδα (orig. cons.stem, cf. dat. pl. ἀνδραπόδεσσι Η 475) "man-footer", from which sing. ἀνδράποδον, was created after τετράποδα `quadruped' Wackernagel KZ 30, 298, Leumann Hom. Wörter 157f. On the -α- see Bader, Rev. phil. 43 (1969) 31.
Page in Frisk: 1,104-105

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ανδράποδον — ἀνδράποδον, το (Α) 1. αιχμάλωτος που τον πουλούν ως δούλο, δούλος 2. άναντρος, άβουλος, δουλοπρεπής άντρας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανήρ, ανδρός. Ο τ. χρησιμοποιήθηκε αρχικά στον πληθ. ανδράποδα, αναλογικά προς το τετράποδα (πρβλ. τετραπόδων πάντων και… …   Dictionary of Greek

  • ἀνδράποδον — one taken in war and sold as a slave neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδραπόδεσσι — ἀνδράποδον one taken in war and sold as a slave neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδραπόδεσσιν — ἀνδράποδον one taken in war and sold as a slave neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδραπόδοιν — ἀνδράποδον one taken in war and sold as a slave neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδραπόδοις — ἀνδράποδον one taken in war and sold as a slave neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδραπόδοισι — ἀνδράποδον one taken in war and sold as a slave neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδραπόδοισιν — ἀνδράποδον one taken in war and sold as a slave neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδραπόδου — ἀνδράποδον one taken in war and sold as a slave neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδραπόδων — ἀνδράποδον one taken in war and sold as a slave neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδραπόδῳ — ἀνδράποδον one taken in war and sold as a slave neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.